Δήλωση του Βασίλη Καραντζίδη, Προέδρου του ΔΣ Φλώρινας για την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας σχετικά με τη δίκη για το έγκλημα των Τεμπών
Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, κατά την πρόσφατη συνεδρίασή της, εξέτασε το ζήτημα της δίκης των Τεμπών μετά την έναρξή της, κατόπιν εισήγησης του Προέδρου της. Αντί, όμως, να εστιάσει στα ουσιώδη ζητήματα που άπτονται της αποκάλυψης της αλήθειας και του αγώνα ενάντια σε κάθε προσπάθεια συγκάλυψης, υιοθέτησε τελικά μιαν απαράδεκτη απόφαση, η οποία περιορίζεται αποκλειστικά σε χωροταξικά ζητήματα και εκτοξεύει άσφαιρα πυρά προς δικαστικές ενώσεις και συμπεριφορές δικηγόρων.
Με τον τρόπο αυτό, η Ολομέλεια συμμετέχει στο ιδιαίτερα βολικό για την κυβέρνηση αφήγημα μιας δήθεν σφοδρής, αλλά στην πραγματικότητα ανούσιας και επιφανειακής σύγκρουσης. Κύριο μέλημα της κυβέρνησης είναι να μην αναδειχθεί ο πραγματικός ένοχος: Οι πολιτικές (εθνικές και ευρωενωσιακές) της ιδιωτικοποίησης του μεταφορικού έργου και της διάσπασής του σε πολλές επιμέρους εταιρείες και εργολαβίες, η τεράστια μείωση του ειδικευμένου προσωπικού και των υπηρεσιών. Οι πολιτικές αυτές φέρουν τελικά ποινική και αδικοπρακτική διάσταση.
«Πολύτιμες» υπηρεσίες προσφέρουν και όσοι παρουσιάζονται ως δήθεν αντισυστημικοί, στην πραγματικότητα όμως σκοπό έχουν να περιορίσουν την οργή και την πάλη του λαού «εντός των τειχών». Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση τους επιλέγει ως βολικούς αντιπάλους.
Η Ολομέλεια δεν σχολίασε καν τη διάταξη της Προέδρου του δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνει οδηγίες για απαγόρευση εισόδου στην κύρια αίθουσα του ακροατηρίου σε όλους τους συγγενείς που το επιθυμούν, καθώς και την ουσιαστική απαγόρευση δημοσιογραφικής κάλυψης. Η πρόσβαση περιορίζεται μόνο σε ελάχιστους δημοσιογράφους διαπιστευμένους στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, δημιουργώντας εκ των πραγμάτων συνθήκες δίκης κεκλεισμένων των θυρών. Δεν κατήγγειλε την αστυνομοκρατία που κυριαρχεί στον χώρο. Δεν βρήκε ούτε μία λέξη για το εσπευσμένο κλείσιμο και τα κενά της ανάκρισης, το ελλιπέστατο κατηγορητήριο, την απουσία πολιτικών προσώπων και τον «κατατεμαχισμό» της υπόθεσης σε επιμέρους δίκες. Δεν αφουγκράστηκε καν τις αποκαλύψεις και τα αιτήματα του Συλλόγου των θυμάτων και των συγγενών τους.
Με τη στάση της δήθεν θεσμικής ουδετερότητας, ακυρώνει τον ίδιο τον λόγο που η ίδια επικαλέστηκε για την άσκηση δήλωσης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας στη δίκη, δηλαδή την παρεμπόδιση της συγκάλυψης. Τελικά, είναι μόνο το οργανωμένο λαϊκό κίνημα που θα συνεχίσει, όπως κάνει τρία χρόνια τώρα, τον αγώνα στήριξης των θυμάτων και των συγγενών του εγκλήματος, για να διασφαλιστούν οι όροι διεξαγωγής της δίκης, να αποκαλυφθεί η αλήθεια και οι πραγματικοί ένοχοι, ώστε να μην υπάρξουν ποτέ ξανά νέα Τέμπη.
