Η καταδίκη χυδαίων επιθέσεων σε δικαστές, πόσο μάλλον όταν αυτές γίνονται για την υπεράσπιση και την αποφυλάκιση μελών της εγκληματικής ηγεσίας της Χρυσής Αυγής δεν μπορεί να γίνεται εφαλτήριο για να ανοίγει μια επικίνδυνη συζήτηση για περιορισμούς στην κριτική των δικαστικών αποφάσεων ή πειθαρχικές διαδικασίες σε βάρος δικηγόρων εκτός δικηγορικών συλλόγων.
Ούτε φυσικά να αναπαράγει μια άγονη και αποπροσανατολιστική αντιπαράθεση ανάμεσα στο δικαστικό και στο δικηγορικό σώμα, όπως αυτή που εξελίσσεται τις τελευταίες μέρες μεταξύ των προέδρων της Ένωσης Δικαστών και της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων.
Γιατί εκτός του ότι μονοπωλεί τη συζήτηση λίγες μέρες πριν τις κρίσιμες για χιλιάδες αυτοαπασχολούμενους και μισθωτούς δικηγόρους εκλογές, αναπαράγει μια κάλπικη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα γενικά σε δικαστές και δικηγόρους, σα να μην υπάρχουν διαφορετικές λογικές και κοινωνικές αφετηρίες και μέσα σε αυτούς.
Για την Αγωνιστική Συσπείρωση Δικηγόρων είναι αυτονόητο το δικαίωμα της κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις, ακόμα και σε υψηλούς τόνους, όταν αυτές ενισχύουν την επίθεση στο λαό και τα δικαιώματά του, «καλύπτουν» τις ευθύνες των πραγματικών ενόχων για όσα ζει και όσα του ετοιμάζουν. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κι εκείνοι οι δικαστές που, προς τιμήν τους, προσπαθούν να διαφοροποιηθούν από τον ασφυκτικό αντιδραστικό μανδύα του θεσμικού και νομοθετικού πλαισίου που υπηρετεί η αστική δικαιοσύνη ως θεσμός του αστικού «κράτους δικαίου».
