Κάτω τα χέρια από το απεργιακό δικαίωμα
Η απεργία – αποχή, την οποία έχει κηρύξει η Ομοσπονδία Διοικητικών Υπαλλήλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, από κάθε διοικητικό έργο που συνδέεται με τη διαγραφή φοιτητών, συνεχίζεται κανονικά! Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την με αρ. 48261/2025 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου. Οι εργαζόμενοι, οργανωμένοι μέσα από τα σωματεία τους και με το “όπλο” της απεργίας, μπορούν να προασπίσουν τα συμφέροντα και τα δικαιώματά τους.
Είναι γεγονός ότι κυβερνήσεις και αστικό κράτος έχουν θωρακίσει διαχρονικά το νομοθετικό οπλοστάσιο απέναντι στο απεργιακό δικαίωμα. Όλοι τους, κυβερνήσεις ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ – με προεξέχουσα σημασία των Ν. 4512/2018 (γνωστός ως νόμος Βρούτση – Αχτσιόγλου) και ο Ν. 4808/2021 (γνωστός ως Ν. Χατζηδάκη) – έχουν διαμορφώσει μία νομική πραγματικότητα, η οποία καθιστά σχεδόν πρακτικά αδύνατο μία συνδικαλιστική οργάνωση να τηρήσει τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την κήρυξη απεργίας, επιβάλλοντας:
- αυξημένες απαρτίες με συμμετοχή του 50% των οικονομικά τακτοποιημένων μελών – μεγαλύτερες από τη συμμετοχή στις Βουλευτικές εκλογές,
- μυστικές ψηφοφορίες – λες και ο εργάτης που σακατεύθηκε ο συνάδελφός του στο μεροκάματο θα ψάξει να βρει κάλπη,
- υποχρεωτικές εκ του νόμου ηλεκτρονικές ψηφοφορίες – για να διασφαλιστεί η εργοδοτική διαφάνεια…,
- ένα κάρο εξώδικες δηλώσεις γνωστοποίησης της απεργίας και των αιτημάτων – γιατί λεφτά υπάρχουν,
- ορισμός προσωπικού ασφαλείας και γνωστοποίησή του δια εξώδικης δήλωσης Για το δημόσιο και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας έχουν θεσπιστεί ακόμη αυστηρότερες προϋποθέσεις, οι οποίες, επί της ουσίας, εξοστρακίζουν το απεργιακό δικαίωμα, επιβάλλοντας:
- υποχρεωτική διεξαγωγή δημοσίου διαλόγου πριν την κήρυξη απεργίας (λες και τα σωματεία, πριν προχωρήσουν στην απεργία, δεν έχουν εξαντλήσει την προσπάθεια να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους
- πρόβλεψη προσωπικού ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας, επιπρόσθετο του προσωπικού ασφαλείας, για την κάλυψη του 1/3 της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας
Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο έχει οδηγήσει το 99% των απεργιών να βγαίνουν παράνομες από τα Δικαστήρια. Αυτό το νομοθετικό πλαίσιο έχει αποθρασύνει την εργοδοσία και το κράτος, ώστε να σέρνουν εργαζόμενους και συνδικαλιστικές οργανώσεις κάθε τρεις και λίγο στα Δικαστήρια μετά την κήρυξη απεργιών. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός, άλλωστε, από τότε που Δικαστήριο έκρινε παράνομη την απεργία των σιδηροδρομικών, ενώ τα αιτήματα σωματείων είχαν στον επίκεντρό τους την ασφάλεια συγκοινωνιών και την τήρηση των μέτρων ασφαλείας, και όλα αυτά μετά το κρατικό έγκλημα των Τεμπών.
Αυτό το 99% επιδιώχθηκε να επαναβεβαιωθεί και με την αγωγή που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο κατά της απεργίας αποχής που κήρυξε η Ομοσπονδία Διοικητικών Υπαλλήλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Όμως, διαψεύστηκαν. Το αστικό κράτος, όχι μόνο επικαλέστηκε με τήρηση διαδικαστικών προϋποθέσεων, που απορρίφθηκε αφού είχαν τηρηθεί όλες κανονικά, αλλά, έφτασε στο σημείο να προβάλλει ισχυρισμούς περί δήθεν καταχρηστικών αιτημάτων και πολιτικής απεργίας! Το δικαστήριο έκρινε αυτούς τους ισχυρισμούς ουσιαστικά αβάσιμους, και, μπαίνοντας στην ουσία της υπόθεσης, έκρινε νόμιμη την απεργία – αποχή της Ομοσπονδίας, απορρίπτοντας την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου. Φυσικά το αστικό κράτος δεν έχασε χρόνο και τη Δευτέρα 8 Δεκέμβρη άσκησε έφεση.
Ο αγώνας των εργαζομένων στον χώρο των πανεπιστημίων για την υπεράσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων τους και των μορφωτικών αναγκών και δικαιωμάτων των φοιτητών συνεχίζεται. Το πογκρόμ “δίωξης” του απεργιακού δικαιώματος, θα μας βρίσκει συνεχώς απέναντι, όλους εμάς τους αγωνιστές δικηγόρους που και με τις γνώσεις μας δυναμώνουμε τους αγώνες του εργατικού – λαϊκού κινήματος.
