Η συστηματική αυστηροποίηση των ποινών, συνολικά της ποινικής μεταχείρισης ανήλικων παιδιών και οι αθρόες φυλακίσεις δεν αντιμετωπίζουν, ούτε προλαμβάνουν την εγκληματικότητα, μέσα σε ένα σύστημα που γεννά και αναπαράγει τη βία και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες, επισήμανε μεταξύ άλλων η Σεμίνα Διγενή, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής σχετικά με τα στοιχεία του Συνηγόρου του Πολίτη για τις φυλακές και τους ανήλικους.
Οπως τόνισε, ο εγκλεισμός στη φυλακή δεν οδηγεί σε «σωφρονισμό», δεν μειώνει τις πιθανότητες υποτροπής, αλλά σύμφωνα με τους ειδικούς είναι τραυματικός για την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών, στιγματίζει και βάζει στο περιθώριο τον ανήλικο, τον εξοικειώνει με το έγκλημα, δημιουργεί φυτώρια μιας νέας γενιάς παραβατικών ατόμων που, αργότερα, ορισμένα από αυτά θα στελεχώσουν, δυστυχώς, τη βαριά και οργανωμένη εγκληματικότητα.
«Η συνεχής αυστηροποίηση των ποινών οδήγησε μέσα σε 3 χρόνια στον τετραπλασιασμό των ανήλικων κρατουμένων, που φυσικά δεν οφείλεται σε αντίστοιχη αύξηση της ανήλικης παραβατικότητας», υπογράμμισε.
Αναφερόμενη στις φυλακές ανηλίκων, κατήγγειλε την άθλια κατάσταση που επικρατεί με διπλάσια πληρότητα από τη χωρητικότητα, τραγικές ελλείψεις σε αναγκαίο ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, εξειδικευμένους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, σε υποδομές και μορφωτικά – παιδαγωγικά προγράμματα κοινωνικής επανένταξης, δημιουργικής αξιοποίησης του χρόνου εγκλεισμού και απουσία προγραμμάτων απεξάρτησης.
Εφερε ως παράδειγμα το Ειδικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Ανηλίκων Κασαβέτειας, όπου η εμφάνιση κρουσμάτων ενεργούς φυματίωσης τον περασμένο Γενάρη, απέδειξε τις σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών, από τις επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης.
Κατήγγειλε τις τραγικές ελλείψεις στις αρμόδιες υπηρεσίες, όπως στις Υπηρεσίες Επιμελητών των Δικαστηρίων Ανηλίκων, που ασχολούνται υποστηρικτικά και εξατομικευμένα με τον ανήλικο παραβάτη και την οικογένειά του, καθώς όπως αποκάλυψε για όλη την Αττική, εκτός Πειραιά, υπάρχουν μόνο 13 επιμελητές ανηλίκων που, λόγω και της αύξησης του αριθμού των υποθέσεων, αδυνατούν να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Επισήμανε τις ευθύνες της κυβέρνησης που αντί να στελεχώσει αυτές τις υπηρεσίες, εκχωρεί αρμοδιότητες σε ΜΚΟ.
Πρόσθεσε, πως ανάλογη κατάσταση επικρατεί και στα Αυτοτελή Γραφεία Προστασίας Θυμάτων, τα λεγόμενα «Σπίτια του Παιδιού», όπου καταθέτουν τα παιδιά θύματα κακοποίησης και ενδοοικογενειακής βίας. Οι «Εταιρίες Προστασίας Ανηλίκων» είναι πρακτικά ανύπαρκτες και το μοναδικό Ίδρυμα Αγωγής στο Βόλο είναι προβληματικό κι επικίνδυνο με τον τρόπο που λειτουργεί. Όσο για τα Δικαστήρια Ανηλίκων, με εξαίρεση την Αθήνα, δεν απαρτίζονται από δικαστές που να δικάζουν αποκλειστικά υποθέσεις ανηλίκων.
Καταλήγοντας, σημείωσε ότι για το ΚΚΕ η αντιμετώπιση των ανηλίκων που παραβίασαν το νόμο δεν πρέπει να κυριαρχείται από την τιμωρητική, ανταποδοτική λογική, αλλά από μια παιδαγωγική επιστημονική αντιμετώπιση, με κοινωνική ευαισθησία και κυρίως με την παροχή δεύτερων ευκαιριών για μορφωτική βελτίωση, επαγγελματική και κοινωνική επανένταξη, απεξάρτηση από ναρκωτικά και κάθε είδους εθισμούς και επιβολή φυλάκισης μόνο κατ’ εξαίρεση, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης παιδαγωγικής μεταχείρισης του ανηλίκου που διέπραξε ένα ποινικό αδίκημα.
«Για την εφαρμογή μιας τέτοιου είδους πολιτικής απαιτούνται πόροι, κονδύλια, κρατικές υποδομές πρόληψης και με επαρκές, μόνιμο και κατάλληλα εξειδικευμένο προσωπικό και δημόσιες αξιοπρεπείς δομές προσωρινής φιλοξενίας», επισήμανε, προσθέτοντας ότι αυτές οι προϋποθέσεις σκοντάφτουν στο νόμο του «κόστους – οφέλους» που διαπερνάει τις πολιτικές όλων των αστικών κομμάτων, στο όνομα του οποίου θυσιάζονται οι λαϊκές ανάγκες, το δικαίωμα των παιδιών σε μια ασφαλή ζωή και στην επανένταξη των παιδιών με «παραβατικές» συμπεριφορές.
«Αυτό που χρειάζεται, είναι μια άλλη κοινωνική οργάνωση, που δεν θα έχει κίνητρο το κέρδος αλλά τις διευρυμένες κοινωνικές ανάγκες, με αντιστοίχιση της διαπαιδαγωγικής παρέμβασης στις νέες κοινωνικές σχέσεις», κατέληξε.
