Ως «επαναφορά των ΣΣΕ» και «ενίσχυση των εργαζομένων» προπαγανδίζεται από την κυβέρνηση το συμβόλαιο καθήλωσης των μισθών και «νεκρανάστασης» της ανυπόληπτης ηγεσίας της ΓΣΕΕ (συνδικαλιστές ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ), που υπέγραψαν οι εργατοπατέρες με το υπουργείο Εργασίας και τις εργοδοτικές ενώσεις. Λίγες μέρες μετά τις σχετικές φιέστες και τις φιλοφρονήσεις του κεντρικού συνδικαλιστή του ΠΑΣΟΚ με τον πρωθυπουργό, τα εργατικά συνδικάτα έδωσαν ήδη μια πρώτη απάντηση με σχετική συνέντευξη Τύπου έξω από το υπουργείο Εργασίας. Εκεί παρουσιάστηκαν από τη μία οι στοχεύσεις κυβέρνησης και εργοδοσίας και από την άλλη οι διεκδικήσεις για ξήλωμα του αντεργατικού νομοθετικού πλαισίου, το οποίο εμπλουτίζεται και με νέους κόφτες από την άθλια συμφωνία που υπογράφηκε.
Για τα παραπάνω μιλάει στον «Ριζοσπάστη» ο Βασίλης Αρχιμανδρίτης, εργατολόγος και διαμεσολαβητής στον ΟΜΕΔ, φωτίζοντας το πραγματικό περιεχόμενο της συμφωνίας κυβέρνησης – εργοδοσίας – εργατοπατέρων αλλά και το τεράστιο νομικό οπλοστάσιο που έχει στα χέρια του το κεφάλαιο, με το οποίο έχουν να αναμετρηθούν η εργατική τάξη και το κίνημά της.
* * *
Με αφορμή τη συμφωνία για τις ΣΣΕ, η κυβέρνηση και η ηγεσία της ΓΣΕΕ ισχυρίζονται ότι οι εργαζόμενοι ενισχύουν τη «διαπραγματευτική τους θέση» απέναντι στους εργοδότες. Κατά πόσο ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός;
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου να καταρτίσει «σχέδιο δράσης» για την εφαρμογή μέτρων με σκοπό τη σταδιακή αύξηση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ), ώστε αυτό να φτάσει το 80% του συνόλου των εργαζομένων. Χαρακτηριστικά, μόλις 1 στους 5 εργαζόμενους καλύπτεται από ΣΣΕ, ενώ με στοιχεία του ΟΜΕΔ, κατά το 2024 υπογράφηκαν μόλις 18 κλαδικές Συμβάσεις. Η συμφωνία για τις ΣΣΕ έρχεται προς εκπλήρωση αυτού του σκοπού κάλυψης των εργαζομένων από κλαδικές ΣΣΕ.
Η «ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων», όμως, απαιτεί την ενίσχυση τόσο της δυνατότητας υπογραφής ΣΣΕ όσο – κυρίως – του ίδιου του περιεχομένου των υπογραφεισών ΣΣΕ. Ολα όσα ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση δεν προσφέρουν κάτι νέο στο επίπεδο της διαπραγμάτευσης, εκτός της ενίσχυσης του ρόλου της ΓΣΕΕ έναντι των κλαδικών οργανώσεων, οι οποίες τίθενται υπό την ασφυκτική πίεση της τριτοβάθμιας οργάνωσης και των εργοδοτικών οργανώσεων.
Αν η κυβέρνηση ήθελε να στηρίξει τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, θα έπρεπε να προωθήσει τους άξονες που χαρακτηρίζουν την ίδια την ύπαρξη των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας: α) την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, β) την επέκταση και κήρυξη των ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτικών, γ) τον βαθμό συνδικαλιστικής πυκνότητας των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, δ) την προώθηση και νομική κατοχύρωση της υποχρεωτικής μεσολάβησης – διαιτησίας, ε) την προστασία του δικαιώματος στην απεργία και γενικά της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων.
Οτιδήποτε λιγότερο οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη φαλκίδευση της συλλογικής αυτονομίας, άρα και της υποβάθμισης της «διαπραγματευτικής θέσης» των εργαζομένων.
Εξήγησέ μας τι είναι ο ΟΜΕΔ, που γίνεται και πολλή συζήτηση για τη μη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των συνδικάτων. Πώς ακριβώς λειτουργεί και τι περιθώρια υπάρχουν για μια συνδικαλιστική οργάνωση;
Ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) ιδρύθηκε με τον ν. 1876/1990, ως ΝΠΙΔ, έχοντας ως σκοπό την υποστήριξη των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών ή μεμονωμένους εργοδότες, με την παροχή υπηρεσιών μεσολάβησης και διαιτησίας.
Αν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών αποτύχουν, τα ενδιαφερόμενα μέρη έχουν δικαίωμα να προσφύγουν στον ΟΜΕΔ και να ζητήσουν υπηρεσίες μεσολάβησης ή διαιτησίας.
Οι μεσολαβητές και διαιτητές είναι όντως άρτια καταρτισμένοι στο αντικείμενό τους και λειτουργούν βάσει των αρχών και του κανονισμού λειτουργίας του ΟΜΕΔ. Ομως η κατάρτιση, η αντικειμενικότητα και η ορθή κρίση δεν αποτελούν αόριστες έννοιες. Εδράζονται σε αυστηρές νομικές διατάξεις, οι οποίες θέτουν τη βάση επί της οποίας καλούνται να ενεργήσουν ο μεσολαβητής και ο διαιτητής. Δηλαδή το πλαίσιο του διαλόγου στον ΟΜΕΔ δεν το θέτουν ούτε τα μέρη, ούτε ο μεσολαβητής – διαιτητής, αλλά ο ίδιος ο νόμος. Μάλιστα, όσο πιο αυστηρά τυποποιημένο είναι το θεσμικό πλαίσιο τόσο λιγότερα περιθώρια ευελιξίας και ερμηνείας έχει ο μεσολαβητής – διαιτητής κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Η συζήτηση σχετικά με τη μη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στον ΟΜΕΔ αναφέρεται στο επίπεδο της διαιτησίας όπου, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 1876/1990, είναι δυνατή η προσφυγή στη διαιτησία μονομερώς από οποιοδήποτε μέρος μόνο στις εξής περιπτώσεις:
Πρώτον, αν η συλλογική διαφορά αφορά επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του ν. 1264/1982).
Δεύτερον, αν η συλλογική διαφορά αφορά στη σύναψη Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, αποτύχουν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και η επίλυσή της επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος συνδεόμενο με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Η έννοια του γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος συνδεόμενου με τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας είναι αόριστη και κρίνεται κατά το δοκούν σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση.
Πόσο μάλλον που στον σημερινό κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό της κοινωνίας της ταξικής αντιπαράθεσης δεν μπορεί να υπάρξει κοινό δημόσιο συμφέρον. Κοινή συμφωνία, αλλά πάντα στο πλαίσιο αντιτιθέμενων συμφερόντων. Εύκολα μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος αν το αίτημα ενός σωματείου σε μια κοινωνική υπηρεσία, σε μια ΜΚΟ στο Προσφυγικό, στον ΟΚΑΝΑ, συνιστά τέτοιο λόγο, ή αν όλα πρέπει να αντιμετωπίζονται και σε αυτήν την περίπτωση με όρους κόστους – οφέλους, ώστε να εγκριθεί η αίτηση περί μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Μάλιστα, σύμφωνα με τη νέα συμφωνία των «κοινωνικών εταίρων», ο μηχανισμός ελέγχου του παραδεκτού των μονομερών αιτήσεων προσφυγής στον ΟΜΕΔ θα ανήκει πλέον στην ευθύνη ξεχωριστής επιτροπής στον ΟΜΕΔ, η οποία θα συσταθεί για τον σκοπό αυτό, προελέγχοντας ότι συντρέχουν οι τιθέμενες από τον νόμο προϋποθέσεις.
Να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αναφερόμενη οριστική αποτυχία των διαπραγματεύσεων θεωρείται ότι υπάρχει εφόσον ισχύουν και οι δύο κατωτέρω προϋποθέσεις:
α. Εληξε η κανονιστική ισχύς τυχόν υπάρχουσας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 της ΠΥΣ 6/2012, και
β. έχει εξαντληθεί κάθε άλλο μέσο συνεννόησης και συνδικαλιστικής δράσης, ενώ το μέρος που προσφεύγει μονομερώς στη διαιτησία συμμετείχε στη διαδικασία μεσολάβησης και αποδέχτηκε την πρόταση μεσολάβησης. Δηλαδή η αποδοχή μιας πρότασης μεσολάβησης, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι αρεστή στο σωματείο, αποτελεί απαραίτητο όρο, μεταξύ όσων περιοριστικών αναφέρθησαν, για τη μονομερή προσφυγή στη διαιτησία, ενώ το σωματείο πρέπει να βεβαιώνει ότι η συνδικαλιστική δράση (απεργίες, στάσεις εργασίας κ.λπ.) έχει ολοκληρωθεί.
Επομένως οι «κόφτες» παραμένουν, όλες οι αντεργατικές διατάξεις είναι εδώ…
Η παράθεση νομικών διατάξεων είναι ενδεχομένως κουραστική. Είναι όμως απολύτως αναγκαίο οι εργαζόμενοι να γνωρίζουν πώς υψώνεται η πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά στο επίπεδο του νόμου, ώστε να αναδειχθεί στον μέγιστο βαθμό η υποκρισία όλων όσοι προπαγανδίζουν τη νέα συμφωνία και να κατανοηθεί το θεσμικό πλαίσιο του λεγόμενου «κράτους δικαίου», του συστήματος «ενίσχυσης» και «επανεκκίνησης» των συλλογικών διαπραγματεύσεων…
Είναι απόλυτα σωστή η διαπίστωση ότι «οι κόφτες παραμένουν». Μπορεί σύμφωνα με τη νέα συμφωνία να μειώνεται το ποσοστό κάλυψης από το 50%+1 στο 40% των εργαζομένων ώστε να μπορεί να κηρυχθεί μια ΣΣΕ υποχρεωτική (δηλαδή να γίνει δεσμευτική για όλους τους εργαζόμενους και εργοδότες ενός κλάδου ή επαγγέλματος, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλη των συμβαλλόμενων οργανώσεων), αλλά την ίδια στιγμή φαίνεται ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως αλλαγή στις διατάξεις που κατευθύνουν την πορεία της συλλογικής διαπραγμάτευσης.
Χαρακτηριστικά, για να κηρυχθεί – με απόφαση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, έπειτα από αιτιολογημένη γνωμοδότηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας – γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή διαιτητική απόφαση, απαιτείται η υποβαλλόμενη αίτηση να περιλαμβάνει συγκεκριμένη «τεκμηρίωση των επιπτώσεων της επέκτασης στην ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση» (άρθρο 11, παρ. 2 ν. 1876/1990).
Σε μια διάταξη που έτσι κι αλλιώς σπάνια εφαρμόζεται (το έτος 2024 μόνο 7 ΣΣΕ κηρύχθηκαν υποχρεωτικά εκτελεστές), ο νομοθέτης προέβλεψε και εξαιρέσεις από την επέκταση και την εφαρμογή των όρων της ΣΣΕ, δηλαδή για επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και βρίσκονται σε καθεστώς προπτωχευτικής ή παραπτωχευτικής ή πτωχευτικής διαδικασίας ή εξωδικαστικού συμβιβασμού ή οικονομικής εξυγίανσης.
Το άρθρο 15 παρ. 4, που αναφέρεται στη διαδικασία της μεσολάβησης, ορίζει ότι ο μεσολαβητής «εξετάζει την οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας της παραγωγικής δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά».
Ομοίως, το άρθρο 16 παρ. 5 ορίζει ότι ο διαιτητής και η Επιτροπή Διαιτησίας μελετούν «…κυρίως τα οικονομικά και χρηματοοικονομικά στοιχεία, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και την οικονομική κατάσταση των ασθενέστερων επιχειρήσεων της παραγωγικής δραστηριότητας, στην οποία αναφέρεται η συλλογική διαφορά, την πρόοδο στη μείωση του κενού ανταγωνιστικότητας και στη μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας κατά τη διάρκεια του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, καθώς και την εξέλιξη της αγοραστικής δύναμης του μισθού».
Επομένως η συλλογική διαπραγμάτευση, πέρα και ξέχωρα από τη θέληση ή τις ικανότητες ενός μεσολαβητή – διαιτητή, έχει μετατοπιστεί σε τεχνικά – οικονομικά πεδία και στην παράθεση στοιχείων όπου δύσκολα μπορεί να έχει πρόσβαση ένα σωματείο εργαζομένων, στοιχεία που στηρίζουν πρώτα και κύρια όχι τις εργατικές απαιτήσεις και αξιώσεις, αλλά τις ανάγκες της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων.
Άρα, πού στοχεύει όλη αυτή η συζήτηση που γίνεται;
Διαχείριση οργής. Συναίνεση. Αυταπάτες. Ποσότητα ΣΣΕ vs περιεχομένου ΣΣΕ. Η κυβέρνηση αναγκαία πρέπει να διαχειριστεί την ολοένα αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια. Προς αυτήν την κατεύθυνση αξιοποιεί τη ΓΣΕΕ ως αυθεντικό σύμμαχό της, δημιουργεί την επίπλαστη εικόνα ότι θα υπογραφούν πλήθος κλαδικές ΣΣΕ, αλλά αυτό που στο τέλος είναι σημαντικό για τον εργαζόμενο και για τους εργοδότες είναι ποιο θα είναι το περιεχόμενο, ποιοι οι μισθολογικοί όροι που θα καθορίζονται στις ΣΣΕ.
Το ταξικό εργατικό κίνημα έχει γνώση, εμπειρία και κυρίως προοπτική, τόσο στο να κάνει βήματα στην οργάνωση της δράσης του όσο και να μη διατηρεί αυταπάτες για τον χαρακτήρα και τα όρια των «κοινωνικών διαλόγων». Δεν αναφέρομαι φυσικά στην αναγκαία συζήτηση και στον διάλογο για την υπογραφή ΣΣΕ, αλλά στην αντιεπιστημονική και αντιδιαλεκτική αντίληψη της συμφιλίωσης δύο αντίθετων τάξεων.
Αυτό που εμείς ως νομικοί επιστήμονες πρέπει να κάνουμε είναι να υπερασπιζόμαστε ως κρίσιμη πλευρά τα δικαιώματα των εργαζομένων, δίχως να δημιουργούμε αυταπάτες για τον ίδιο το ρόλο του Δικαίου ως μέρος του εποικοδομήματος. Το Εργατικό Δίκαιο διαμορφώθηκε ως ξεχωριστός κλάδος Δικαίου έπειτα από αιματηρούς αγώνες της εργατικής τάξης, οι οποίοι και επέβαλαν ορισμένες προστατευτικές για τους εργαζόμενους διατάξεις. Βέβαια, το συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, η συλλογική διαπραγμάτευση μόνο δογματικά – θεωρητικά έρχεται να «εξισορροπήσει» την εγγενή στο σύστημα ανισότητα μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη. Η θεώρηση των δύο κοινωνικών ανταγωνιστών, των εργαζομένων και των εργοδοτών, ως δύο «ίσων μερών», δεν υπηρετεί την ισότητα αλλά λειτουργεί ενάντια στον εργαζόμενο και κονιορτοποιεί τις πλέον θεμελιώδεις αρχές του Εργατικού Δικαίου.
