Την επιχείρηση της κυβέρνησης να καταργήσει και μάλιστα χωρίς καμία αιτιολόγηση την παράγραφο 3 στο άρθρο 47 του Συντάγματος που προβλέπει «αμνηστία μόνο για πολιτικά εγκλήματα με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών» στηλίτευσε ο Γιάννης Δελής, βουλευτής του ΚΚΕ, μιλώντας στη σημερινή συνεδρίαση της Επιτροπής της Βουλής για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Εξήγησε, πιο συγκεκριμένα, πως πρόκειται για αλλαγή σε αντιδραστική κατεύθυνση που εντάσσεται στο πλέγμα των νομοθετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και των Οδηγιών της ΕΕ, που εντείνει μεθοδικά την καταστολή του εργατικού – λαϊκού κινήματος και ποινικοποιεί τη συνδικαλιστική – πολιτική – κοινωνική δράση. Υπενθύμισε ότι τη συγκεκριμένη στόχευση την υπηρέτησε τόσο η κυβέρνηση Τσίπρα που χαρακτήρισε ιδιώνυμο αδίκημα τη μαχητική υπεράσπιση των λαϊκών σπιτιών, όσο και η σημερινή κυβέρνηση με τα αγροτοδικεία που έχει εξαπολύσει σε βάρος των βιοπαλαιστών αγροτοκτηνοτρόφων που αγωνίστηκαν τον χειμώνα μέσα από τα μπλόκα τους για την επιβίωσή τους, ενώ την ίδια στιγμή αμνηστεύει και αθωώνει κατηγορούμενους υπουργούς και βουλευτές της.
Για το άρθρο 54 που αφορά το εκλογικό σύστημα, ο Γ. Δελής σημείωσε πως η κυβέρνηση κουνάει ουσιαστικά «στον λαό τον μπαμπούλα της ακυβερνησίας και της πολιτικής αστάθειας» και με αυτόν τον τρόπο νομιμοποιεί και συνταγματικά τα καλπονοθευτικά μπόνους των βουλευτικών εδρών. Κατήγγειλε και τον διαχωρισμό των εκλογικών περιφερειών σε μείζονες και ελάσσονες, προειδοποιώντας πως κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες και θα ενισχύσει τη θεωρία της χαμένης ψήφου, ενώ κάλεσε την κυβέρνηση να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις για αυτή την αλλαγή.
Ο Γ. Δελής κατήγγειλε τη γενίκευση της επιστολικής ψήφου και στις βουλευτικές εκλογές, γεγονός που, όπως είπε, παραβιάζει ακόμα και τους όρους που θέτει το Σύνταγμα για άμεση, καθολική, μυστική ψηφοφορία που πρέπει να διεξάγεται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την επικράτεια, διευκρινίζοντας ότι από αυτήν την αρχή εξαιρούνται από το Σύνταγμα μόνο οι εκλογές που διεξάγονται στο εξωτερικό. Επανέλαβε τις προειδοποιήσεις του ΚΚΕ για άμεσες παρεμβάσεις εργοδοτικών και άλλων μηχανισμών στους εκλογείς που παραβιάζουν την άμεση και μυστική ψηφοφορία, αλλά και για την ανάθεση του ελέγχου των εκλογών από εφορευτικές επιτροπές και δικαστικές αντιπροσώπους σε ιδιωτικές εταιρείες κούριερ, κάτι που υπονομεύει τον αδιάβλητο χαρακτήρα της εκλογικής διαδικασίας. Διέψευσε τα επιχειρήματα των αστικών κομμάτων ότι δήθεν με την επιστολική ψήφο θα αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα αυξημένης αποχής από τις εκλογές, λέγοντας πως κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τη διεθνή εμπειρία, αναδεικνύοντας ότι στην πραγματικότητα επιδιώκεται η σταθερή αποστασιοποίηση των εκλογέων από την άμεση, ζωντανή και αυτοπρόσωπη συμμετοχή στις εκλογές, όπως και η ακίνδυνη για το σύστημα παθητικοποίησή τους απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις. Υπογράμμισε πως η αποχή μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο με την υλοποίηση της πρότασης του ΚΚΕ για τη λήψη μέτρων ουσιαστικής διευκόλυνσης των νέων εργαζομένων με ειδικούς εκλογικούς καταλόγους στον τόπο που εργάζονται, εκλογικές άδειες και εξασφάλιση δωρεάν μετακινήσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο στηλίτευσε και την προώθηση από αστικά επιτελεία της λογικής να εκτονώνεται η λαϊκή δυσαρέσκεια, ιδιαίτερα της νεολαίας, μέσα από τα social media, με στόχο η νέα γενιά να κλειστεί με τη θέλησή της στη «διάφανη φυλακή του ψηφιακού κόσμου που τα κλειδιά βεβαίως αυτής της φυλακής τα κρατάνε οι μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι της ψηφιακής τεχνολογίας». Με βάση τα παραπάνω, τόνισε ότι η διαφωνία του ΚΚΕ «είναι ουσιαστική και είναι επί της αρχής και αφορά στον πυρήνα του μέτρου της επιστολικής ψήφου. Πρόκειται για διαφωνία ιδεολογική, αξιακή εντέλει, γιατί έχει να κάνει με την αντίληψη» του ΚΚΕ για τον ενεργητικό ρόλο που μπορεί να παίξει ο λαϊκός παράγοντας στις πολιτικές εξελίξεις.
