«Το ΚΚΕ ξεκαθαρίζει ότι δεν δίνει καμία συναίνεση στις προωθούμενες αλλαγές, ούτε τώρα, ούτε στην επόμενη Βουλή, γιατί θεωρούμε ότι πρόκειται για αντιδραστικές τομές που επιδιώκουν να θωρακίσουν την κυρίαρχη πολιτική και την αντιλαϊκή σταθερότητα, που για τον λαό σημαίνει μεγάλη αστάθεια και μεγάλη ανασφάλεια». Τα παραπάνω τόνισε ο βουλευτής του ΚΚΕ, Γιάννης Γκιόκας, μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής όπου ξεκίνησε η τριήμερη συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση.
Υπογράμμισε πως υπάρχει μία «ουσιώδης και κρίσιμη διαφορά» στην κριτική που κάνει το ΚΚΕ στις προτάσεις της ΝΔ, σε σχέση με την κριτική που κάνουν τα υπόλοιπα κόμματα. «Εμείς ποτέ δεν είπαμε ότι η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι ένας επικοινωνιακός αντιπερισπασμός της κυβέρνησης. Μία άνευ αντικειμένου πρωτοβουλία ή απλά μια προεκλογική πρωτοβουλία που η κυβέρνηση δεν έχει τη νομιμοποίηση να φέρει σε πέρας», είπε, εξηγώντας πως αυτή η κριτική «όχι μόνο υποτιμά τις πολύ σοβαρές και επικίνδυνες αλλαγές που προωθούνται με την αναθεώρηση, αλλά ουσιαστικά αποτυπώνει και τη συμφωνία των άλλων κομμάτων στις βασικές της κατευθύνσεις. Γι’ αυτό άλλωστε και οι διαφοροποιήσεις τους ήτανε στα επιμέρους και όχι στον πυρήνα των προτάσεων της ΝΔ, όπως επίσης για αυτό ένα βασικό στοιχείο της αντιπαράθεσής τους με την κυβέρνηση ήταν το αν οι συναινέσεις θα επιτευχθούν στην τωρινή, την προτείνουσα Βουλή ή την επόμενη, την αναθεωρητική Βουλή, θεωρώντας σε κάθε περίπτωση δεδομένη την ανάγκη αυτών των συναινέσεων».
Ο Γ. Γκιόκας ανέδειξε ότι το καινούργιο, το ποιοτικό στοιχείο αυτής της Συνταγματικής Αναθεώρησης είναι «ότι δεν διεξάγεται σε μία περίοδο σχετικά συνηθισμένη αλλά σε μία περίοδο πρωτόγνωρων διεθνών και εσωτερικών εξελίξεων, οξύτατων ανταγωνισμών, ακόμη και εντός διεθνών συμμαχιών που μέχρι σήμερα φάνταζαν συμπαγείς και ακλόνητες, όπως είναι το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μία περίοδο που αυτοί οι ανταγωνισμοί πολλαπλασιάζουν τις πολεμικές συγκρούσεις με την ενεργή συμμετοχή της χώρας μας, σε μια περίοδο που διαφαίνεται -από πολλούς μάλιστα προεξοφλείται- το ξέσπασμα μιας νέας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Σε μια περίοδο τελικά που οι λαοί καλούνται να επωμιστούν νέα βάρη όπως αυτά των υπέρογκων εξοπλισμών, να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι η ειρήνη κοστίζει ακριβά, να εθιστούν ακόμη και στην κουλτούρα των φερέτρων, όπως κυνικά έχει ομολογήσει ο υπουργός Άμυνας».
Σε τέτοιες περιόδους, είπε, είναι λογικό και επόμενο να δυναμώνουν η δυσαρέσκεια, η αμφισβήτηση, να δυναμώνουν οι κλονισμοί στο αστικό πολιτικό σύστημα ως συνέπεια αυτών των εξελίξεων, αλλά και ως αποτέλεσμα της αδυναμίας των αστικών κομμάτων να χειραγωγούν το λαό με τον τρόπο που το έκαναν παλιότερα. Έτσι, σε τέτοιες περιόδους «ενισχύονται αντίστοιχα και οι προσπάθειες ανάσχεσης και ενσωμάτωσης αυτής της αμφισβήτησης. Οι προσπάθειες θωράκισης της κυρίαρχης πολιτικής, της καπιταλιστικής κερδοφορίας, του σάπιου πολιτικού συστήματος και του εχθρικού για το λαό κράτους. Σε αυτή τη φάση λοιπόν είμαστε τώρα. Αυτό άλλωστε επιχειρείται πέρα από τη Συνταγματική Αναθεώρηση και με τις διεργασίες αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού, με την προσπάθεια αναπαλαίωσης προσώπων και κομμάτων, με παλιά πρόσωπα που βγαίνουν από την ναφθαλίνη ή και με νέα πρόσωπα που λανσάρουν παλιές και χρεοκοπημένες συνταγές. Και επειδή ακριβώς πρόκειται για μία διαδικασία αναπαλαίωσης, για αυτό το λόγο και συνοδεύεται από ένα αποκρουστικό πολιτικό παζάρι που αντιμετωπίζει το λαό ως θεατή το οποίο διαπλέκεται με προσωπικούς τυχοδιωκτισμούς, με συναλλαγές και πάνω απ όλα με τη διαθεσιμότητα όλων των εμπλεκομένων να υπηρετήσουν αυτή την περιβόητη σταθερότητα του συστήματος όπως κι αν την αποκαλεί και την ονομάζει ο καθένας».
Εξήγησε πως η κυβέρνηση προσπαθεί να διασφαλίσει την σταθερότητα με μια Συνταγματική Αναθεώρηση που την στρίμωξε σε μια fast track διαδικασία για να μην ενημερωθεί ο λαός για τις επικίνδυνες αλλαγές που προωθούνται.
Αυτό επιδιώκει να το πετύχει «με μία δέσμη μέτρων που έχουν ως στόχο την θωράκιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων, της δημοσιονομικής πειθαρχίας με βάση της κατεύθυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης», όπως η συνταγματοποίηση του δημοσιονομικού κόφτη, η φορολογική ασυλία των στρατηγικών επενδυτών, η κατάργηση του άρθρου 16 για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Δεύτερος άξονας της Συνταγματικής αναθεώρησης είναι η προσπάθειά το σημερινό εχθρικό για το λαό κράτος και το αστικό πολιτικό σύστημα «να γίνουν όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά και ανθεκτικά στην υλοποίηση της κυρίαρχης πολιτικής», είπε. Σε αυτή την κατεύθυνση κινούνται μια σειρά από προτάσεις όπως η άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η ανάθεση στο ανώτατο ειδικό δικαστήριο της συνταγματικότητας των νόμων, οι αλλαγές στο εκλογικό σύστημα μέσω των γνωστών καλπονοθευτικών συστημάτων, η πολύ επικίνδυνη πρόταση για τον έλεγχο των κομμάτων στο όνομα δήθεν του «δημοκρατικού τρόπου οργάνωσης και λειτουργία τους». Ειδικά για αυτή την τελευταία πρόταση, υπογράμμισε πως θέλουν να φτιάξουν ένα συνταγματικό πλαίσιο «έτοιμο για κάθε χρήση στο μέλλον» που στο όνομα της δημοκρατικής δήθεν λειτουργίας των κομμάτων θα θέτει περιορισμούς στη δράση τους, ακόμη και στην εκλογική συμμετοχή. «Βγάλτε απ το μυαλό σας ότι θα αποσπάσετε δήλωση νομιμοφροσύνης από το ΚΚΕ με τέτοιου είδους νομοθετικές συνταγματικές διατάξεις», ξεκαθάρισε.
Τρίτος άξονας της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η προσπάθειά να αποκατασταθεί το κύρος των θεσμών της αστικής δικαιοσύνης, του περιβόητου «κράτους δικαίου» που όλοι τους έχουν σημαία. Δηλαδή, να αντιμετωπίσουν «το υπαρκτό και δικαιολογημένο έλλειμμα εμπιστοσύνης» γιατί «όλα αυτά τα χρόνια ο λαός μας ήρθε αντιμέτωπος με κρατικά εγκλήματα, όπως ήταν αυτό των Τεμπών, ήρθε αντιμέτωπος με σκάνδαλα, ήρθε αντιμέτωπος συνολικά με τη λειτουργία ενός κράτους που ενώ είναι ανίκανο να προστατεύσει τη ζωή, την ασφάλεια, την περιουσία, τα δικαιώματα του λαού, την ίδια ώρα είναι πολύ ικανό να προστατεύει τα κέρδη των λίγων και να συγκαλύπτει ακόμη και εγκλήματα που διαπράττονται στο βωμό των κερδών». Ειδικά για το άρθρο 86 και την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, τόνισε πως επιδιώκουν να βάλουν ένα φύλλο συκής, καθώς αρνήθηκαν τις προτάσεις του ΚΚΕ για την κατάργηση τους και αφήνουν άθιχτο τον πυρήνα αυτών των διατάξεων, δηλαδή τη δυνατότητα η κυβερνητική πλειοψηφία να αμνηστεύει υπουργούς ή να παρεμβαίνει στην επιλογή των ανωτάτων δικαστικών.
«Εμείς απ’ τη δικιά μας μεριά δεν φιλοδοξούμε να αποκαταστήσουμε το χαμένο κύρος προς τους θεσμούς ενός σάπιου και άδικου κράτους», αλλά αντιθέτως «στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του λαού απέναντι σε αυτό που λέγεται θεσμοί, οικονομία, πολιτικό σύστημα βλέπουμε δυνατότητες για να βγουν χρήσιμα συμπεράσματα, για να βαθύνει η αμφισβήτηση συνολικά σε αυτό το κράτος και σε αυτό το σύστημα» της κυριαρχίας των λίγων σε βάρος των πολλών, ανέφερε.
Άλλωστε, όπως σημείωσε, «κάθε τυπική αναγνώριση δικαιώματος και κάθε ελευθερία που διατυπώνεται ή διακηρύσσεται στο σύνταγμα, υποχωρεί μπροστά στα πιο ιερά και απαραβίαστα δικαιώματα που αποτελούν τη βάση της καπιταλιστικής κοινωνίας, το δικαίωμα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο».
«Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ως κόμμα παραιτούμαστε από την παραμικρή δυνατότητα που υπάρχει για την προστασία σήμερα και διεύρυνση των εργατικών – λαϊκών δικαιωμάτων», πρόσθεσε, εξηγώντας πως αυτό είναι το περιεχόμενο της ολοκληρωμένης πρότασης που κατέθεσε το ΚΚΕ, «χωρίς φυσικά να έχουμε αυταπάτες ότι στο πλαίσιο της σημερινής εξουσίας μπορεί να υπάρχει φιλολαϊκό, δημοκρατικό ή προοδευτικό σύνταγμα».
Για παράδειγμα, η πρόταση του ΚΚΕ προβλέπει την προστασία των κοινωνικών, συνδικαλιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την κατοχύρωση των ελεύθερων συλλογικών συμβάσεων εργασίας στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, την πραγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία, την απαγόρευση λειτουργίας ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων σε όλες τις βαθμίδες, αποκλειστικό δημόσιο και δωρεάν σύστημα υγείας – πρόνοιας κ.α. Ενώ υπάρχει ενότητα για την απαγόρευση της εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, την απαγόρευσης διέλευσης και στάθμευσης στη χώρα μας ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, την κατάργηση της παραχώρησης αρμοδιοτήτων του ελληνικού κράτους σε ξένα κέντρα και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Επίσης, όπως τόνισε, η πρόταση του ΚΚΕ προβλέπει πλήρη διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας, κατάργηση του άρθρου 86 κ.α.
