Στη συζήτηση στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης επί των άρθρων 17, 21 και 24 που αφορούν την προστασία της περιουσίας, τις πολιτικές στέγασης και την κλιματική αλλαγή μίλησε σήμερα Πέμπτη η Μαρία Κομνηνάκα, βουλευτής του ΚΚΕ.
Όπως τόνισε ξεκινώντας την ομιλία της, με τις πολλαπλές στοχεύσεις της κυβέρνησης μέσα από τη Συνταγματική Αναθεώρηση, δεν διαφωνούν και τα υπόλοιπα κόμματα της βολικής αντιπολίτευσης, παρά τις κορώνες, αποδεικνύοντας ότι είναι ψευδεπίγραφες οι διαχωριστικές γραμμές που προβάλλουν κατά καιρούς, αφού όλοι συγκλίνουν με τα προτάγματα για τη θωράκιση της καπιταλιστικής οικονομίας μπροστά στο ενδεχόμενο μιας διαφαινόμενης νέας οικονομικής κρίσης.
Σχετικά με το άρθρο 17 που αφορά την προστασία της μικρής ιδιοκτησίας, υπενθύμισε ότι το άρθρο είχε αναθεωρηθεί ξανά το 2001 και η τότε κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ μιλούσε για αναγκαίους εκσυγχρονισμούς με πρόσχημα την προστασία της ιδιοκτησίας των μικρών ιδιοκτητών. Σημείωσε ότι αποτέλεσμα αυτής της αναθεώρησης ήταν να τρίβουν τα χέρια τους οι μεγάλοι κατασκευαστικοί και άλλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που είδαν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται, τις επενδύσεις τους να στηρίζονται με fast track διαδικασίες και τη συνταγματική βούλα και ενώ χιλιάδες άνθρωποι ξεσπιτώθηκαν, έχασαν τις περιουσίες τους και έφτασαν μέχρι τα ευρωπαϊκά δικαστήρια για να αποζημιωθούν μετά από χρόνια. Κατήγγειλε ότι με την εφαρμοζόμενη πολιτική, οι μικροϊδιοκτήτες έμειναν απλήρωτοι στις αποζημιώσεις που δικαιούνται στις απαλλοτριώσεις, φέρνοντας ως παράδειγμα περιπτώσεις σε μια σειρά έργα όπως στον πολύπαθο οδικό άξονα Καλλονής – Σιγρίου όπου δεκάδες μικροϊδιοκτήτες έμειναν απλήρωτοι ακόμα και μετά την παράδοση του έργου, ενώ νωρίτερα είχαν πληρωθεί αδρά ο “εθνικός εργολάβος” του Τσίπρα – Καλογρίτσας και στη συνέχεια ο πρώην “εθνικός εργολάβος” ΑΚΤΩΡ.
Κατήγγειλε την κυβέρνηση της ΝΔ που τρέχει να δώσει τα διαπιστευτήριά της στο μεγάλο κεφάλαιο διευρύνοντας την προστασία των κερδών με την επέκταση της αναφοράς όχι μόνο στην ιδιοκτησία αλλά και στην περιουσία, δηλαδή σε μετοχές, ομόλογα, πατέντες κ.α.
Επισήμανε ότι στις προτεινόμενες διατάξεις, μπαίνει συνταγματική βούλα και στη μεταφορά του συντελεστή δόμησης, ώστε «να λυθούν τα χέρια στις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες και όχι μόνο, για να χτίζουν όσο θέλουν, όπου θέλουν και όταν το θέλουν». Μάλιστα, πρόσθεσε ότι γι’ αυτές τις παρεμβάσεις η κυβέρνηση πήρε τα εύσημα του ΣΕΒ στην προχθεσινή γενική συνέλευση που έθεσαν ως βασικό ζήτημα την άρση του επενδυτικού ρίσκου, την άμεση ολοκλήρωση των τοπικών πολεοδομικών σχεδίων και των ζωνών υποδοχής συντελεστών και την αποζημίωση μέσω αγοράς δικαιωμάτων αντί για κρατικό χρήμα.
Συνέχισε λέγοντας ότι η μεταφορά συντελεστή δόμησης ενισχύει αντικειμενικά την ευθεία εμπορευματοποίησή του, διάταξη επιβεβλημένη για τον αστικό σχεδιασμό για ευρείες αλλαγές της χρήσης γης, διευκολύνοντας νομικά και κοινωνικά μειώσεις της δόμησης σε περιοχές, με παράλληλη αύξηση σε άλλες, αναδιατάξεις επιβεβλημένες και από τις εξελίξεις στον κλάδο του τουρισμού.
Η διάταξη για την αξιοποίηση των εγκαταλελειμμένων κτιρίων σημείωσε ότι αποσκοπεί στον καθαρισμό του ιδιοκτησιακού τοπίου, ανοίγοντας δρόμους για ευκολότερη απαλλοτρίωση αλλά και για αξιοποίηση από το κράτος αλλά και από το κεφάλαιο.
«Ο ΣΕΒ λοιπόν παραγγέλνει και το αστικό πολιτικό προσωπικό σπεύδει να νομοθετήσει και μάλιστα με με συνταγματική κατοχύρωση», επισήμανε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι χαμένοι τελικά είναι οι εργαζόμενοι και ο λαός που βλέπει πως ό,τι κατάφερε να χτίσει με τους κόπους μιας ζωής είτε το παίρνουν οι τράπεζες και τα κοράκια είτε καταστρέφεται επειδή το κράτος τον άφησε απροστάτευτο να καίγεται το καλοκαίρι και να πνίγεται το χειμώνα.
Όσον αφορά το άρθρο 21 για την «κρατική μέριμνα για προσιτή γη», κατήγγειλε ότι δεν υπάρχει καμία κρατική φροντίδα για τη λαϊκή στέγη, ιδίως για τα νέα ζευγάρια, τους νέους ανθρώπους που χρυσοπληρώνουν για ένα σπίτι ή στέλνονται πελάτες στις τράπεζες, δημιουργώντας τη νέα φουρνιά υπερχρεωμένων νοικοκυριών για να αποκτήσουν πρόσβαση σε μια κατοικία».
Ανέφερε πως όλες οι κυβερνήσεις άφησαν τον λαό έρμαιο στους εκβιασμούς των τραπεζών και των funds, με την κατάργηση της προστασίας της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς και εξώσεις, με τη θέσπιση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, με την παράδοση των κόκκινων δανείων σε funds και servicers και μέχρι σήμερα κάνουν πλάτες στην ασυδοσία τους.
Για το άρθρο 24, η Μ. Κομνηνάκα υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση θεσμοθετεί ουσιαστικά την αντιμετώπιση των φυσικών πόρων ως εμπόρευμα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των κερδών των επιχειρηματικών ομίλων. «Η κυβέρνηση έρχεται στην πραγματικότητα να εξαλείψει και το τελευταίο εμπόδιο, για τη συστηματική υποβάθμιση και καταστροφή του περιβάλλοντος στη χώρα μας, στο όνομα μάλιστα της κλιματικής αλλαγής.
Κατήγγειλε την υποκρισία των αστικών κυβερνήσεων και του κράτους του κεφαλαίου για τις δήθεν περιβαλλοντικές έγνοιες τους, τονίζοντας ότι «βασικός παράγοντας της επιδείνωσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων είναι η ληστρική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, το εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα που σαπίζει».
Σημείωσε ότι το κυνήγι του κέρδους ήταν τέτοιο που ακόμα και το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν μπορούσε να αγνοήσει και έπαιρνε αποφάσεις για απαγόρευση των εκμεταλλευτικών σχεδίων των διαφόρων αρπακτικών των ΑΠΕ. «Τώρα η κυβέρνηση έρχεται να κάνει αυτά τα σχέδιά τους εντελώς ανεξέλεγκτα, παρέχοντας συνταγματική κατοχύρωση, και αυτό στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Η κυβέρνηση βάζει ως συνταγματικό πρόταγμα την ενίσχυση των ΑΠΕ ακόμα και σε περιοχές που σήμερα έβρισκαν τυπικά συνταγματικά εμπόδια και έτσι ξεμπερδεύει μια και έξω και με τις λαϊκές κινητοποιήσεις που εναντιώνονται δίκαια στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, στη μετατροπή κάθε βουνοκορφής σε τεράστια αιολικά πάρκα, αντιμετωπίζοντας μάλιστα και με καταστολή αυτές τις κινητοποιήσεις.
Υπογράμμισε ότι τα πάρκα των ΑΠΕ και η ανεξέλεγκτη ανάπτυξή τους οδηγούν σε υποβάθμιση και καταστροφή του δασικού χαρακτήρα των εκτάσεων και άλλων προστατευόμενων περιοχών που δεν μπορεί να αντικατασταθεί ούτε να αποκατασταθεί με αναδασώσεις μιας άλλης έκτασης. Μάλιστα, συνέχισε, έχει αποδειχθεί ότι οι συγκεκριμένες βιομηχανικού τύπου κατασκευές αποτελούν πολλές φορές παράγοντα δημιουργίας πλημμυρών αφού η αποψίλωση της τοπικής βλάστησης μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο διάβρωσης του εδάφους.
Αναφέρθηκε επίσης στις σοβαρές επιπτώσεις σε βάρος της τοπικής αγροτικής οικονομίας, σε τεράστιες παραγωγικές εκτάσεις που φυτεύονται με «λαμπόγιαλα» ή βοσκοτοπικές εκτάσεις που σπέρνονται με τεράστια ολικά πάρκα, θέτοντας υπό διωγμό την κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία κι άλλες παραγωγικές δραστηριότητες.
Συμπερασματικά, τόνισε ότι «η αναθεώρηση του άρθρου 24 θα οδηγήσει όχι σε περιβαλλοντική προστασία όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση αλλά σε χειροτέρευση της ήδη δεινής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική φύση από την αθρόα αδειοδότηση ενεργειακών έργων, πλήθους επεμβάσεων σε δάση, ύδατα, οικότοπους του δικτύου Natura, ενώ δεν διασφαλίζει ούτε και την φθηνή ενέργεια για το λαό».
Η Μ. Κομνηνάκα αναφέρθηκε και στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την κτήση κυριότητας στις παραμεθόριες, ιδιαίτερα τις νησιωτικές περιοχές, όπου ολόκληροι οικισμοί αγοράζονται από διάφορους επενδυτές για τουριστικούς και όχι μόνο λόγους, με πολλαπλές προεκτάσεις και χαμηλό αντίτιμο. «Αυτό όμως που πραγματικά είναι επικίνδυνο για το λαό και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας» τόνισε, «είναι αυτό που ονομάζεται για το κεφάλαιο “Εθνική Ασφάλεια”. Είναι το παζάρεμα και το γκριζάρισμα ολόκληρου του Αιγαίου. Αυτά δηλαδή που βάζουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων οι ΝΑΤΟικοί σας σύμμαχοι για να προχωρήσουν ανενόχλητοι τα ενεργειακά επιχειρηματικά τους σχέδια μέσω της συνεκμετάλλευσης του Αιγαίου».
